Συνέντευξη: ο διευθύνων του ΤΑΙΠΕΔ δεν κάνει βήμα πίσω για ΕΥΑΘ, ΟΛΘ

Ο διευθύνων συμβουλος του ΤΑΙΠΕΔ, Γιάννης Εμίρης

Το Ταμείο για την Αξιοποίηση της Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) θεωρεί ότι διαβουλεύτηκε επαρκώς με την τοπική κοινωνία: έτσι, σχεδιάζει να προχωρήσει στην ιδιωτικοποίηση της ΕΥΑΘ και του ΟΛΘ, αγνοώντας το δημοψήφισμα για το νερό (όποιο κι αν είναι το αποτέλεσμά του), αλλά και τις σφοδρές αντιδράσεις των φορέων της Θεσσαλονίκης για το λιμάνι.

Της Σοφίας Χριστοφορίδου

Αυτό προκύπτει από τη συνέντευξη που παραχώρησε στη «ΜτΚ» (μέσω γραπτών απαντήσεων) ο διευθύνων σύμβουλος του ΤΑΙΠΕΔ, κ. Γιάννης Εμίρης (φωτ.), υποστηρίζοντας ότι η πώληση του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών των δύο εταιρειών και η απώλεια του δημοσίου ελέγχου εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον.

Ο φάκελος «ΟΛΘ»
Στην περίπτωση της πώλησης του 67% των μετοχών του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ), που προκάλεσε την αντίδραση όλων των κομμάτων, το ΤΑΙΠΕΔ είχε σπεύσει να διαβεβαιώσει με δημόσια ανακοίνωσή του (της 10ης Απριλίου 2014) ότι «απαιτείται περαιτέρω ενημέρωση των αρμόδιων φορέων και των πολιτικών κομμάτων, πριν από την έναρξη του διαγωνισμού» -κι όμως, μόλις δύο ημέρες αργότερα δημοσίευσε την πρόσκληση ενδιαφέροντος!
Ο κ. Εμίρης αναφέρεται στην ενημέρωση που γίνεται αυτήν τη στιγμή προς τα κόμματα, επικαλούμενος παράλληλα την επικοινωνία που είχε τα προηγούμενα δύο χρόνια με τους τοπικούς φορείς. Μάλιστα, στη συνέντευξή του στη «ΜτΚ» υποστηρίζει ότι «η διαβούλευση δεν σταματά ούτε με τη δημοσιοποίηση της πρόσκλησης» και, στο πλαίσιο αυτό, το ΤΑΙΠΕΔ φαίνεται διατεθειμένο να προσφέρει «αντίδωρα» στη Θεσσαλονίκη.
Κάνοντας λόγο για «ενίσχυση της συμβιωτικής σχέσης του λιμανιού με την πόλη», ο επικεφαλής του Ταμείου αφήνει να εννοηθεί -αν και δεν το λέει ευθαρσώς- ότι η σύμβαση θα προβλέπει την παραχώρηση της πρώτης προβλήτας στην τοπική κοινωνία (παρότι θα έπρεπε να ανήκει δικαιωματικά στην πόλη). Όσο για την επιλογή της παραχώρησης χρήσεων του λιμανιού αντί της πώλησης μετοχών (λύση που προκρίνει σχεδόν το σύνολο των φορέων της Θεσσαλονίκης), ο κ. Εμίρης υποστηρίζει ότι έγινε έρευνα αγοράς -επικαλούμενος ωστόσο την εικόνα που σχημάτισε από την έρευνα αγοράς για την πώληση του Οργανισμού Λιμένος Πειραιώς.
Την ίδια στιγμή, ο επικεφαλής του ΤΑΙΠΕΔ δεν απαντά στο επιχείρημα ότι στο 94% των λιμανιών σε όλη την Ευρώπη έχουμε παραχωρήσεις χρήσεων και όχι πώληση της ιδιοκτησίας του λιμανιού, φέρνοντας ως παράδειγμα λιμάνια στην Αλβανία, στην Τουρκία και στη Ρουμανία, «που έχουν ιδιώτες επενδυτές». Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στη DP World, που δραστηριοποιείται στο λιμάνι της Κωστάντζας -παρότι στην ιστοσελίδα της εταιρείας αναφέρεται ότι η DP World ανέλαβε το 2003 τη μακροχρόνια διαχείριση του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων («long-term concession to operate Constanta South Container Terminal»), χωρίς να γίνεται αναφορά στην απόκτηση της πλειοψηφίας των μετοχών του λιμανιού…
Παράλληλα, ο κ. Εμίρης χρησιμοποιεί ως επιχείρημα το ότι η κίνηση των εμπορευματοκιβωτίων στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης «παραμένει την τελευταία πενταετία στάσιμη»… Πράγματι, είναι αληθές ότι η διακίνηση κοντέινερς από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης δεν αντέχει στη σύγκριση με την αντίστοιχη από το λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, όπου, ωστόσο, υλοποιήθηκαν τεράστιες επενδύσεις. Πράγματι, η μεγαλύτερη «επίδοση» στη διακίνηση κοντέινερς από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης ήταν το 2007 (+30% σε σχέση με το 2006), μετά από ένα σερί ανοδικής πορείας από το 2003 και έπειτα. Οι επαναλαμβανόμενες απεργίες που ακολούθησαν, ωστόσο, επέφεραν τεράστιο πλήγμα, που εξανέμισε την πρόοδο που είχε συντελεστεί (-45%).
Ακόμη κι έτσι, πάντως, τα επίσημα στοιχεία του ΟΛΘ διαψεύδουν τον διευθύνοντα σύμβουλο του ΤΑΙΠΕΔ περί «στασιμότητας» την τελευταία πενταετία, καθώς από το 2009 μέχρι σήμερα καταγράφεται κάθε χρόνο αύξηση στη διακίνηση: μόνο το 2013 διακινήθηκαν πάνω από 322.000 TEUs, ενώ το 2014 αναμένεται να κλείσει με αύξηση άνω του 10% (και όλα αυτά σε ένα λιμάνι στο οποίο δεν έχουν γίνει επενδύσεις σε υποδομές την τελευταία δεκαετία).
Κατά τα λοιπά, ο κ. Εμίρης αποφεύγει να σχολιάσει το γεγονός ότι η ΟΛΘ ΑΕ έχει κέρδη της τάξης των 20 εκατ. ετησίως και ένα αποθεματικό 100 εκατ. ευρώ, που θα της επέτρεπε να χρηματοδοτήσει μέρος των επενδύσεων, υποστηρίζοντας -χωρίς μάλιστα να αφήνει περιθώρια συζήτησης- ότι «δεν χωρά αμφιβολία ότι αυτός (σ.σ.: η πώληση μετοχών) είναι ο καλύτερος τρόπος, για να μεγιστοποιηθούν τα έσοδα για το Δημόσιο». Όσο για τις στρατηγικές συνεργασίες, ενώ στον Πειραιά το Δημόσιο συνήψε συμφωνία με την Cosco, στην περίπτωση τις Θεσσαλονίκης τις συμφωνίες αυτές θα τις συνάψει ο ιδιώτης (που θα ελέγχει το πλειοψηφικό πακέτο των μετοχών) με άλλον ιδιώτη…

«Αξιόλογη πρωτοβουλία το δημοψήφισμα για την ΕΥΑΘ, αλλά…»
Σε ό,τι αφορά την ΕΥΑΘ, ο κ. Εμίρης υποστηρίζει ότι η πώληση των μετοχών ισοδυναμεί με παραχώρηση εκμετάλλευσης και διαχείρισης και όχι με μεταβίβαση της ιδιοκτησίας από το Δημόσιο στον ιδιώτη. Παράλληλα, διαβεβαιώνει ότι «ο διαγωνισμός δεν αφορά το φυσικό αγαθό του νερού ή τα δίκτυα διανομής» και ότι «δεν τίθεται θέμα ιδιωτικού μονοπωλίου στο φυσικό αγαθό».
Ως προς το δημοψήφισμα, που πρόκειται να πραγματοποιηθεί την προσεχή Κυριακή, ο επικεφαλής του ΤΑΙΠΕΔ χαρακτηρίζει «κατ’ αρχήν θετικό το γεγονός ότι υπάρχει μια ενεργή κοινωνία πολιτών, που δραστηριοποιείται από την Περιφερειακή Ένωση Δήμων και από κινήσεις πολιτών», τη χαρακτηρίζει «μια αξιόλογη πρωτοβουλία», ξεκαθαρίζει ωστόσο ότι «οι όποιες άτυπες πρωτοβουλίες λαμβάνονται δεν μπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη του διαγωνισμού». Μάλιστα, υποστηρίζει ότι η άποψη της τοπικής κοινωνίας ελήφθη υπ’ όψιν κατά τη σύνταξη των όρων του διαγωνισμού: «Ακούσαμε τις ανησυχίες των πολιτών και τις κάναμε μέρος του σχεδίου σύμβασης», σημειώνει.
Αναφορικά με τις αντιδράσεις που εξακολουθούν να υπάρχουν, ο κ. Εμίρης θεωρεί ότι είναι αποτέλεσμα ανεπαρκούς επαρκούς πληροφόρησης των πολιτών, αλλά και μιας «διάχυτης συνθηματολογίας, η οποία αποκρύπτει την ουσία». Κατά τον διευθύνοντα σύμβουλο του ΤΑΙΠΕΔ, με την πώληση των μετοχών της ΕΥΑΘ «θα γίνουν σοβαρότερες επενδύσεις, θα αναβαθμιστούν τα δίκτυα και οι υποδομές, θα υπάρχει εποπτεία από τη ρυθμιστική αρχή και διαφάνεια στην τιμολογιακή πολιτική». Ειδικά ως προς αυτό το τελευταίο ζήτημα, που απασχολεί έντονα τους πολίτες, ο επικεφαλής του Ταμείου διαβεβαιώνει ότι «το ύψος του τιμολογίου για τα πρώτα πέντε χρόνια θα καθορίζεται με ακρίβεια στη σύμβαση παραχώρησης» και ότι ο στόχος που έχει τεθεί είναι «τα τιμολόγια να είναι μικρότερα από ό,τι σήμερα».
Όσο για το τι θα συμβεί μετά την πενταετία, περιορίζεται να δηλώσει ότι «οποιαδήποτε μελλοντική αυξομείωση θα πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη του Δημοσίου, μέσω της Ειδικής Γραμματείας Υδάτων»…


ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΜΙΡΗΣ Να μη μένουμε σε ευχολόγια…

Παρά τη διαφορετική άποψη που έχει εκφράσει η τοπική κοινωνία της Θεσσαλονίκης, το ΤΑΙΠΕΔ εμφανίζεται αποφασισμένο να προχωρήσει στην ιδιωτικοποίηση της Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης (ΕΥΑΘ), αλλά και του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης (ΟΛΘ). Στην περίπτωση του λιμανιού, ο διευθύνων σύμβουλος του Ταμείου, κ. Γιάννης Εμίρης, παρουσιάζει ως διαβούλευση με τους φορείς την… ενημέρωση των κομμάτων, ενώ σε ό,τι αφορά το δημοψήφισμα για το νερό, ο επικεφαλής του ΤΑΙΠΕΔ ξεκαθαρίζει ότι δεν θα επηρεάσει την εξέλιξη του διαγωνισμού.
Αναλυτικά, η συνέντευξη του διευθύνοντος συμβούλου του ΤΑΙΠΕΔ στη «ΜτΚ» έχει ως εξής:

Μετά την αρνητική θέση που εξέφρασαν οι εκπρόσωποι του συνόλου των κομμάτων στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, το ΤΑΙΠΕΔ ανακοίνωσε (με δελτίο Τύπου στις 10 Απριλίου) ότι «έκρινε πως απαιτείται περαιτέρω ενημέρωση των αρμόδιων φορέων και των πολιτικών κομμάτων, πριν από την έναρξη του διαγωνισμού αξιοποίησης του Οργανισμού Λιμένος Θεσσαλονίκης ΑΕ». Ωστόσο, δύο ημέρες αργότερα δημοσιοποίησε την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την πώληση του 67% των μετοχών του ΟΛΘ. Τι συνετέλεσε, ώστε το Ταμείο να αλλάξει στάση -και μάλιστα τόσο αιφνιδιαστικά; Γιατί αγνοεί την εκπεφρασμένη άποψη των φορέων της Θεσσαλονίκης;
Ενημέρωση των κομμάτων έγινε και, ασφαλώς, συνεχίζεται. Είναι μια δυναμική διαδικασία, καθώς στόχος μας είναι η ευρύτερη δυνατή συναίνεση. Παράλληλα, το ΤΑΙΠΕΔ βρίσκεται σε ανοικτή και συνεχή επικοινωνία με τους φορείς της πόλης τα τελευταία δύο χρόνια. Η διαβούλευση δεν σταματά ούτε με τη δημοσιοποίηση της πρόσκλησης, αφού σκοπός μας είναι να αξιοποιήσουμε, στο μέτρο του δυνατού, τις προτάσεις τους.
Στο πλαίσιο αυτό, εξετάζουμε τη διατήρηση και την ενίσχυση της συμβιωτικής σχέσης του λιμανιού με την πόλη της Θεσσαλονίκης -μάλιστα, διερευνούμε τον καλύτερο τρόπο, ώστε αυτό να αποτυπωθεί στη σύμβαση. Είναι σημαντικό να πληροφορηθεί η κοινωνία της Θεσσαλονίκης ότι η προσπάθεια του ΤΑΙΠΕΔ θα οδηγήσει σε συνολική αναγέννηση της περιοχής. Η Θεσσαλονίκη, αλλά και ευρύτερα η Βόρεια Ελλάδα ίσως να είναι αυτήν την περίοδο η περιοχή της χώρας με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση αναπτυξιακών πρωτοβουλιών. Μέσα από την αξιοποίηση λιμένων, αεροδρομίων, του σιδηροδρομικού δικτύου, τουριστικών ακινήτων και μαρίνων σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα αποσκοπούμε στην αναβάθμιση υποδομών που αφορούν όλους και δημιουργούν αναπτυξιακό πλεόνασμα. Υποδομών που θα βελτιώσουν την ποιότητα ζωής των πολιτών και θα φέρουν τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας και νέες δουλειές σε μια περιοχή που πλήττεται ιδιαίτερα από την ανεργία.

Πώς απαντάτε στην κριτική ότι στο 94% των ευρωπαϊκών λιμανιών κρίθηκε ως μη ενδεδειγμένη η επιλογή της πώλησης μετοχών; Γιατί την ακολουθούμε στην Ελλάδα; Ποιο είναι το πλεονέκτημα της πώλησης μετοχών έναντι της παραχώρησης χρήσεων -λύση την οποία προκρίνουν οι φορείς της Θεσσαλονίκης;
Αρχικά, η έρευνα της αγοράς έδειξε σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον εκ μέρους στρατηγικών επενδυτών για την απόκτηση πλειοψηφικού πακέτου. Πάρτε, για παράδειγμα, τον ΟΛΠ, όπου ακολουθείται σχεδόν πανομοιότυπη διαδικασία. Είχαμε εκδήλωση ενδιαφέροντος από έξι ισχυρά επενδυτικά σχήματα -από τα κορυφαία στον κόσμο. Αντιθέτως, για επιμέρους παραχωρήσεις δεν έχουμε διαπιστώσει αντίστοιχο ενδιαφέρον για όλες τις δραστηριότητες.
Ο επενδυτής που θα επιλεγεί θα έχει ισχυρό κίνητρο ανάπτυξης σε όλες τις δραστηριότητες του λιμανιού, όπως ο Σταθμός Εμπορευματοκιβωτίων, το γενικό φορτίο, το χύδην φορτίο, η ακτοπλοΐα, η κρουαζιέρα και άλλες υπηρεσίες λιμενικών εξυπηρετήσεων, ώστε να μη μείνουν δραστηριότητες που δεν θα ωφεληθούν. Εννοείται, βέβαια, ότι ο επενδυτής θα έχει την υποχρέωση να παρέχει αδιάλειπτες υπηρεσίες στο λιμάνι.
Θα ήθελα να σημειώσω ότι, σε περίπτωση που ακολουθούσαμε την επιλογή των επιμέρους παραχωρήσεων, θα έπρεπε να το κάνουμε χωρίς τη μεταφορά προσωπικού, βάσει της νομοθεσίας. Αντίθετα, ο τρόπος που επιλέγουμε είναι ο μοναδικός που διασφαλίζει τη μεταφορά των υφιστάμενων εργασιακών σχέσεων.
Αν ρίξουμε μια ματιά εδώ, στη γειτονιά μας, θα δούμε ότι λιμάνια ανταγωνιστικά προς αυτό της Θεσσαλονίκης, όπως εκείνα της Κωνσταντινούπολης, του Δυρραχίου, της Κωστάντζας ή της Τεργέστης, έχουν ιδιώτες επενδυτές. Τα λιμάνια αυτά παρουσιάζουν τα τελευταία χρόνια σημαντική αύξηση της κίνησης, σε αντίθεση με το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, στο οποίο η κίνηση των εμπορευματοκιβωτίων την τελευταία πενταετία παραμένει στάσιμη. Ενδεικτικά αναφέρω ότι η Κωστάντζα, μετά την είσοδο της DP World, σημείωσε σημαντική αύξηση κίνησης (από 0,37 εκατ. ΤΕUs το 2004 σε 1,7 εκατ. ΤΕUs το 2008), ενώ, αντιστοίχως, στην Κωνσταντινούπολη η δραστηριότητα αυξήθηκε από 0,13 εκατ. ΤΕUs το 2006 σε 1,6 εκατ. ΤΕUs το 2012. Θα πρέπει, λοιπόν, να αποφασίσουμε αν θέλουμε τη Θεσσαλονίκη πρωταγωνιστή στην ευρύτερη περιοχή, αν όντως τη θέλουμε έναν στρατηγικό κόμβο μεταφορών στην ουσία και να μη περιοριζόμαστε σε ευχολόγια.

Με δεδομένο ότι μιλάμε για μια κερδοφόρα εταιρεία (της τάξης των 18 εκατ. ευρώ) με υψηλά αποθεματικά (100 εκατ. ευρώ), υπάρχει άλλος τρόπος αξιοποίησης, που μπορεί να αποφέρει έσοδα στο Δημόσιο -για παράδειγμα, με τιτλοποίηση κερδών έναντι μελλοντικών χρήσεων; Όσοι είναι υπέρ των παραχωρήσεων υποστηρίζουν ότι, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, τα έσοδα από την παραχώρηση θα είναι μεγαλύτερα από αυτά της πώλησης… Τι απαντάτε;
Από τη στιγμή που η εταιρεία είναι εισηγμένη, δεν χωρά αμφιβολία ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να μεγιστοποιηθούν τα έσοδα για το Δημόσιο. Ακόμη και για την τιτλοποίηση εσόδων, στην οποία αναφερθήκατε, δεν υπάρχει υπαρκτό επενδυτικό ενδιαφέρον και δεν προκύπτει από πουθενά ότι τα έσοδα μπορεί να είναι μεγαλύτερα.

Με την πώληση πακέτου μετοχών αντί της παραχώρησης χρήσεων σε διαφορετικούς παρόχους δημιουργείται ένα ιδιωτικό μονοπώλιο στη θέση του σημερινού κρατικού μονοπωλίου. Πώς το ιδιωτικό μονοπώλιο θα εξυπηρετήσει τον σκοπό της ανάπτυξης του λιμανιού, ειδικά αν τις μετοχές αγοράσει κάποιο fund άσχετο με τη λιμενικές δραστηριότητες; Πώς θα διασφαλιστούν σε αυτήν την περίπτωση οι στρατηγικές συνεργασίες, που θα φέρουν νέους διεθνείς πελάτες;
Θέλω να ξεκαθαρίσω ότι τα λιμάνια είναι φυσικές υποδομές και, ως εκ τούτου, αποτελούν φυσικά μονοπώλια. Τη συγκεκριμένη στιγμή, στη Θεσσαλονίκη έχουμε ένα ημικρατικό μονοπώλιο, ενώ κάθε παραχώρηση χρήσης -είτε επιμέρους είτε συνολική- δημιουργεί στην ουσία ένα μονοπώλιο. Οπότε, το ζητούμενο είναι να προστατεύεται επαρκώς ο χρήστης, είτε πρόκειται για ιδιώτη παραχωρησιούχο είτε για το ίδιο το Δημόσιο, ώστε να αποφεύγεται η αυθαιρεσία, να δίνονται κίνητρα για επενδύσεις και το λιμάνι να λειτουργεί με βάση συγκεκριμένους θεσμούς και κανονισμούς.
Αυτό διασφαλίζεται από την ήδη συσταθείσα Ρυθμιστική Αρχή Λιμένων, που θα έχει ισχυρό ρυθμιστικό και κανονιστικό ρόλο, ενώ η ίδια η σύμβαση παραχώρησης θα προβλέπει σειρά πολύ ισχυρών υποχρεώσεων. Από εκεί και πέρα, μέσα από τη σύμβαση ο επενδυτής θα δεσμεύεται ξεκάθαρα για την υλοποίηση επενδύσεων στο σύνολο των λιμενικών υποδομών. Επενδύσεων με πολλαπλάσια αναπτυξιακά οφέλη για την πόλη και για την τοπική οικονομία.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι δεδομένο ότι θα προχωρήσει και σε στρατηγικές συνεργασίες, που θα φέρουν νέους διεθνείς πελάτες. Πάρτε, για παράδειγμα, το νέο πλαίσιο που διαμορφώθηκε στον Πειραιά, μετά τη συμφωνία με την Cosco, που συνέβαλε στην προσέλκυση διεθνών κολοσσών, με σημαντικά πολλαπλασιαστικά αναπτυξιακά οφέλη για την ελληνική οικονομία. Σας υπενθυμίζω ότι, μετά τη σημαντική συμφωνία με τη Hewlett Packard, ακολούθησε η συμφωνία με την κινεζική ZTE (από τις μεγαλύτερες εταιρείες κατασκευής τηλεπικοινωνιακού εξοπλισμού), ενώ αντίστοιχο ενδιαφέρον έχουν εκφράσει η Samsung, η εταιρεία LG από την Κορέα και η Lenovo από την Κίνα. Αντίστοιχα, ενδιαφέρον αναμένεται να υπάρξει και για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, μετά την είσοδο ιδιώτη επενδυτή.

Όπως και στην περίπτωση του λιμανιού, θα ήθελα να μου απαντήσετε ποιο είναι το πλεονέκτημα της πώλησης μετοχών της ΕΥΑΘ, έναντι της παραχώρησης της διαχείρισης των δικτύων για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και με συμφωνημένο ύψος επενδύσεων…
Επί της ουσίας, γίνεται αυτό που περιγράφετε: η πώληση της ΕΥΑΘ αποτελεί παραχώρηση της εκμετάλλευσης και της διαχείρισης (μάνατζμεντ) της εταιρείας, αφού η εταιρεία έχει απλώς το δικαίωμα να χρησιμοποιεί μέχρι το 2031 το δίκτυο διανομής και άλλα πάγια, τα οποία ανήκουν στο κράτος.
Από εκεί και πέρα, μέσα από την αξιοποίηση διασφαλίζεται κάτι πολύ σημαντικό: ο ιδιώτης θα δεσμευθεί μέσα από τη σύμβαση παραχώρησης που θα κυρωθεί με νόμο για την υλοποίηση υψηλού ύψους επενδύσεων. Οι επενδύσεις αυτές είναι απολύτως απαραίτητες για τη βελτίωση της ποιότητας του νερού, για τη συντήρηση του δικτύου, για τη διαχείριση των αποβλήτων, για την ενίσχυση της αξιοπιστίας της παροχής και για τη μείωση των απωλειών, που είναι υψηλές. Δεν χωρά αμφιβολία ότι η ΕΥΑΘ είναι μια σοβαρή εταιρεία, που διοικείται από αξιόλογους ανθρώπους: όμως, δεν έχει τα αναγκαία κεφάλαια, για να προχωρήσει μπροστά.
Με την είσοδο επενδυτών που θα έχουν τα κεφάλαια και την τεχνογνωσία θα γίνουν οι απαραίτητες επενδύσεις, με βασικό ωφελημένο τον τελικό καταναλωτή -τον κάθε πολίτη. Η Θεσσαλονίκη θα πρέπει να αποκτήσει κάποια στιγμή τις υποδομές που της αξίζουν.

Στην περίπτωση της ΕΥΑΘ, η πώληση μετοχών οδηγεί στη δημιουργία ιδιωτικού μονοπωλίου σε ένα δημόσιο αγαθό (αφού η εταιρεία παρέχει υπηρεσία πρώτης ανάγκης, χωρίς να υπάρχει εναλλακτικός πάροχος). Ποια πλεονεκτήματα βλέπετε να έχει αυτή η επιλογή για το δημόσιο συμφέρον; Αναγνωρίζετε ότι υπάρχουν και κίνδυνοι από τη δημιουργία ιδιωτικού μονοπωλίου στο νερό;
Ο διαγωνισμός δεν αφορά το φυσικό αγαθό του νερού ή τα δίκτυα διανομής. Αφορά την εκμετάλλευση και τη διαχείριση της ΕΥΑΘ, που θα συνοδεύεται από την υλοποίηση απαραίτητων επενδύσεων. Δεν τίθεται κανένα θέμα ιδιωτικού μονοπωλίου στο φυσικό αγαθό.
Από την άλλη, καθ’ όλη τη διάρκεια της παραχώρησης το Δημόσιο θα παρακολουθεί και θα εποπτεύει στενά αν πληρούνται οι όροι της σύμβασης. Η ποιότητα των υπηρεσιών, τα τιμολόγια και οι προδιαγραφές παροχής νερού θα εποπτεύονται καθημερινά από την Ειδική Γραμματεία Υδάτων, που θα είναι ο θεματοφύλακας του δημοσίου συμφέροντος σε μια σύμβαση με αυστηρές δικλίδες ελέγχου.

Στις 18 Μαΐου οι πολίτες της Θεσσαλονίκης θα κληθούν να τοποθετηθούν για το μείζον θέμα της πώλησης της ΕΥΑΘ. Θα λάβει υπ’ όψιν του το ΤΑΙΠΕΔ το αποτέλεσμα αυτού του άτυπου δημοψηφίσματος; Αν ναι, έχετε θέσει ως προϋπόθεση ένα όριο συμμετοχής/ αποχής των πολιτών; Πώς σκοπεύετε να αντιμετωπίσετε τις αντιδράσεις της κοινωνίας;
Κατ’ αρχήν, θεωρώ πως είναι θετικό το γεγονός ότι υπάρχει μια ενεργή κοινωνία πολιτών, που δραστηριοποιείται, κινητοποιείται και καταθέτει τις δικές της εναλλακτικές προτάσεις. Ανεξάρτητα από το εάν διαφωνώ με το περιεχόμενο και τον στόχο αυτής της προσπάθειας, θεωρώ ότι από μόνη της είναι μια αξιόλογη πρωτοβουλία.
Από την άλλη, είναι αυτονόητο ότι οι όποιες άτυπες πρωτοβουλίες λαμβάνονται δεν μπορούν να επηρεάσουν την εξέλιξη του διαγωνισμού. Άλλωστε, οι όροι του διαγωνισμού έχουν λάβει υπ’ όψιν τους την τοπική κοινωνία της Θεσσαλονίκης: ακούσαμε τις ανησυχίες των πολιτών και τις κάναμε μέρος του σχεδίου σύμβασης. Πιστεύω ότι οι πολίτες της Θεσσαλονίκης δεν έχουν λάβει επαρκή πληροφόρηση για το θέμα. Υπάρχει μια διάχυτη συνθηματολογία, η οποία αποκρύπτει την ουσία, που είναι ότι με την αξιοποίηση της ΕΥΑΘ θα γίνουν σοβαρότερες επενδύσεις, θα αναβαθμιστούν τα δίκτυα και οι υποδομές, θα υπάρχει εποπτεία από τη ρυθμιστική αρχή και διαφάνεια στην τιμολογιακή πολιτική.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν την κακή διεθνή εμπειρία, πώς μπορούν να είναι σίγουροι οι πολίτες ότι με την ιδιωτικοποίηση της ΕΥΑΘ δεν θα αυξηθούν τα τιμολόγια του νερού;
Το ύψος του τιμολογίου για τα πρώτα πέντε χρόνια θα καθορίζεται με ακρίβεια στη σύμβαση παραχώρησης, η οποία θα κυρωθεί με νόμο από τη Βουλή. Στόχος μας είναι τα τιμολόγια να είναι μικρότερα απ’ ό,τι σήμερα. Από εκεί και πέρα, υπάρχει ξεκάθαρος τρόπος εξέλιξης. Είναι αδύνατον να αυθαιρετήσει ο παραχωρησιούχος και να αυξήσει τα τιμολόγια κατά το δοκούν, ενώ οποιαδήποτε μελλοντική αυξομείωση θα πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη του Δημοσίου, μέσω της Ειδικής Γραμματείας Υδάτων.
Επειδή μιλήσατε για κακή διεθνή εμπειρία, είναι γνωστόν ότι περίπου 170 εκατομμύρια Ευρωπαίοι συνεχίζουν να λαμβάνουν υπηρεσίες ύδρευσης και αποχέτευσης από ιδιώτες διαχειριστές, ενώ σε 200 και πλέον χώρες το νερό λειτουργεί με ιδιώτες διαχειριστές, χωρίς κανένα πρόβλημα. Επιπλέον, επιτρέψτε μου να πω ότι η άποψη πως η δημόσια διαχείριση συνδυάζεται με χαμηλές τιμές δεν ευσταθεί, καθώς τα συγκριτικά στοιχεία δείχνουν ότι χώρες όπου στη διαχείριση κυριαρχεί ο ευρύτερος δημόσιος τομέας (δηλαδή, χωρίς ανταγωνισμό) έχουν και τις υψηλότερες τιμές (Γερμανία, Ολλανδία, Σκανδιναβία).

 

 

Δημοσιευτηκε στη «Μακεδονια της Κυριακης» http://www.makthes.gr/news/economy/121363/

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s